Εντυπωμένη στη μνήμη μου παραμένει- παρά τις δεκαετίες που πέρασαν- η έκφραση έκπληξης, αλλά και τρόμου του αλλοδαπού συνεπιβάτη μου στο άκουσμα της αιτίας ύπαρξης τόσο πολλών εκκλησακίων στο πλάι του εθνικού μας οδικού δικτύου.
“Τι γύρευες στ’ αλβανικό βουνό,
μονάκριβε νησιώτη;
Και λαβωμένο κλαίει το δειλινό
την ακριβή σου νιότη.
Και λαβωμένο κλαίει το δειλινό
την ακριβή σου νιότη.”(Πυθαγόρας)
Είτε εις μνήμην θυμάτων, είτε προς χάριν “φυλάκων- αγγέλων” τυχερότερων επιβατών, η χώρα βρίθει εκκλησακίων, αυτοσχέδιων μνημείων και επιτύμβιων στηλών.
Το θλιβερό περιστατικό στη Ρουμανία, όπου βρήκαν τραγικό θάνατο 7 συνάνθρωποί μας, προστίθεται σ’ ένα μακρύ κατάλογο πολύνεκρων τροχαίων, με τα Τέμπη- άλλοτε λεωφορείο με μαθητές, άλλοτε με οπαδούς, εσχάτως με τρένα- να έχουνε μετατρέπει (κυριολεκτικά) σε “κοιλάδα του θανάτου”.
Καρπάθια, όπως Τέμπη (;)
Στη μνήμη των αδικοχαμένων παλληκαριών στη Ρουμανία μπορούμε να μην αρκεστούμε σε κροκοδείλια δάκρυα, υποκριτικά εθνικά μοιρολόγια και κενά περιεχομένου ευχολόγια.
Αντ’ αυτού, αυτή τη φορά μπορούμε- και πρέπει- να πρωτοτυπίσουμε: να προβληματιστούμε για το λόγο που ώθησε 10 παλληκάρια να επιλέξουν να κάνουν το γύρο μισής ηπείρου- ρισκάροντας αντιστοίχως- αντι της συντομότερης, πιο ξεκούραστης και συνεπώς ασφαλέστερης διαδρομής, μέσω Ηγουμενίτσας- Ιταλίας.
Ήταν η πρόκληση του road trip;
Μα κ Ιταλία είναι εξίσου (αν όχι περισσότερο) συναρπαστικό road- trip.
Ήταν η αποφυγή της ταλαιπωρίας της διέλευσης δια της εκτός Σέγκεν πρώην Γιουγκοσλαβίας;
Μα και η Ιταλία εντος Σέγκεν χώρα είναι και μάλιστα ενιαία, σ’ αντίθεση με την Οδύσσεια μέσω Βουλγαρίας- Ρουμανίας- Ουγγαρίας- Αυστρίας- Ελβετίας- Γαλλίας.
Πενία δρόμους απεργάζεται
Ας μη γελιόμαστε, ο λόγος ήταν άλλος: η φτωχοποίηση της πλειοψηφίας των πολιτών, που τους κάνει να υπολογίζουν ως και το τελευταίο ευρώ, η εξάλειψη της μεσαίας τάξης, που αδυνατεί να ταξιδέψει αξιοπρεπώς, δια της συντομοτέρας- κ όχι της οικονομικότερης- οδού και κυρίως, η έλλειψη προοπτικής προκοπής για μια ακόμα (χαμένη) νέα γενιά, αυτή των τραγικών θυμάτων, μεταξύ 20-30 ετών, που έρχεται αμέσως μετά από άλλη μια “χαμένη γενιά”, εκείνη της κρίσης, των- σε μεγάλο βαθμό ξενιτεμένων- σημερινών 30- 40ρηδων.
Οι σημερινοί 30άρηδες που αδυνατώντας να κάνουν όνειρα για μια αξιοπρεπή ζωή και ευημερία είτε μεταναστεύει, είτε αρκείται σε “δουλειές του ποδαριού “, χαμηλής εξειδίκευσης και άρα και αμοιβών θέσεις εργασίας. Και που την αντικειμενική αδυναμία σχεδιασμού ενός καλύτερου αύριο, με την αγορά π.χ. ενός σπιτιού και τη δημιουργία οικογένειας, την αντισταθμίζουν εφήμερες απολαύσεις, όπως μια εκδρομή με την αγαπημένη τους ομάδα.
Με το μικρότερο δυνατό κόστος, που όμως τελικά κοστίζει ζωές.
Πόσες (ακόμα) χαμένες γενιές;
Το αμείλικτο ερώτημα με το οποίο είναι αντιμέτωπη η ελληνική κοινωνία είναι ένα: αντέχουμε ως έθνος να χάσουμε άλλη μια, τρίτη κατά σειρά γενιά;
Την απάντηση οφείλουμε να τη δώσουμε στα παιδιά μας, κοιτάζοντάς τα κατάματα και με ειλικρίνεια.
Αιώνια η μνήμη των θυμάτων και όπως είθισται να λέγεται σ’ αυτές τις περιστάσεις, “ας είναι οι τελευταίοι”: μόνο που για να πιάσει τόπο η ευχή και να είναι ουσιαστική η απότιση φόρου τιμής στη μνήμη τους δεν αρκεί μια (ακόμα) επιτύμβια στήλη στα Καρπάθια, αλλά κάτι πολύ δυσκολότερο: η ενδοσκόπηση στης ελληνικής κοινωνίας και η αναζήτηση των λαθών που οδηγούν σε τραγωδίες.
Όχι τόσο με τιμωριτική διάθεση, όσο για να είναι όντως αυτά τα τελευταία θύματα.