Η χρονολογία έκδοσης του «Rough guide- Amsterdam» μου, του (αυτονόητα) έντυπου ταξιδιωτικού οδηγού που έχω στη βιβλιοθήκη μου για σχεδόν όσα μέρη έχω βρεθεί για εύλογο διάστημα το τελευταίο εν τέταρτο του αιώνα, μαρτυρούσε ότι είχα καιρό να το επισκεφθώ: με έτος έκδοσής του το 2000 (ακόμα κ συνυπολογίζοντας μια δεδομένη καθυστέρηση μεταξύ έκδοσης κ αγοράς του), μιλάμε για +2 δεκαετίες.

Vondelpark (όπου 1/4 παρέες μιλά ελληνικά!)
Οι συνθήκες βέβαια από την εκεί τελευταία μου επίσκεψη, εξαιρετικά αντιστικτικές: με μια αντροπαρέα για ένα ΣΚ ακολασίας με πτήση μιας ώρας από το Λονδίνο- όπου διέμενα τότε- τότε, με τη δική μου κ μια φιλική μας οικογένεια τώρα: συνοδεύοντας ανήλικα.
Στο σημείο αυτό ένα εκ προοιμίου, πρόωρο disclaimer: όσα διαβάσετε στο εφεξής μεροληπτούν υπέρ του προορισμού μας λόγω του γεγονότος ότι φάγαμε στο κεφάλι μας την πρώτη στάλα βροχής δευτερόλεπτα πριν εισέλθουμε στο αεροδρόμιο προς αναχώρηση: ένα πλήρως ηλιόλουστο 3ήμερο στην Ολλανδική πρωτεύουσα, ούτε κατά παραγγελία: ΔΩΣΤΕ ΒΑΣΗ!

Στις όχθες του ποταμού Άμστελ (ο οποίος δυστυχώς έχει νερό, αντί της ομώνυμης μπύρας!)
Αν υπάρχει ΕΝΑ πράγμα που να μ’ έχει προικίσει ο καλός Θεούλης, η μαμά- φύση ή η σκέτη τύχη, αυτό είναι η αίσθηση απόστασης κ χρόνου κ εκ τούτου ο προγραμματισμός μιας εύρυθμης μεταξύ τους σχέσης. Η επιλογή διαμονής στο museum kwartier (ολλανδιστί, «γειτονιά των μουσείων» ελληνιστί) μας δικαίωσε: μπορεί τα δωμάτια του παλιού μουσείου (το οποίο στεγαζόταν στο 3όροφο κτίριο με κεραμοσκεπή- τυπικό δείγμα ολλανδικής αρχιτεκτονικής- πριν αυτό μετατραπεί σε ξενοδοχείο (μας)) να μην ήταν αρκούντως άνετα για 4μελείς οικογένειες, ήταν όμως (κυριολεκτικά) μεσοτοιχία με το Vondelpark, το μεγαλύτερο πάρκο του Άμστερνταμ (το οποίο Άμστερνταμ, σύμφωνα με τον οδηγό που προανέφερα είναι «πυκνοδομημένο», με το Φόντελπαρκ ν’ αποτελεί μια από τις λίγες οάσεις πρασίνου του. Περίεργο αν σκεφτεί κανείς πως μιλάμε για μια σειρά ταξιδιωτικών εκδόσεων, τους Rough guide, που ξεκίνησε στις αρχές του ’80 από ένα ταξίδι των συνιδρυτών της στα νησιά του Αιγαίου: φαίνεται παρέλειψαν την Αθήνα. Πιθανότερο είναι βέβαια οι ελληνικές πόλεις να είναι εκτός συναγωνισμού σε πυκνότητα δόμησης ούτως ή άλλως, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…).
Το Φόντελπαρκ αντέμειψε την επιλογή μας να γειτνιάσουμε/ κουρνιάσουμε κοντά του με τη φιλοξενία του για εύλογο τμήμα της 2μισαήμερης εκδρομής μας στην ολλανδική πρωτεύουσα. Πέραν της πυκνής βλάστησης, των λιμνουλών/ παπακίων/ γρασιδιών του, προσωπικά εντύπωση μου έκαναν δυο πράγματα: το πρώτο είναι το γεγονός ότι άκουγα συχνά- πυκνά να ομιλούνται ελληνικά στις γύρω παρέες. Ο Μάριος από τη Θεσσαλονίκη, που μας νοίκιασε ποδήλατα, ο Αλέξανδρος από τη Σιάτιστα, που μας σέρβιρε στη Leidseplein κ η Ζωή, η ταμίας στο σούπερ- μάρκετ, τους οποίους συναντήσαμε κατά τη διάρκεια της εκδρομής μας απλά επιβεβαίωσαν το εύρημα της πρώτης μέρας στο Φόντελπαρκ: πως πλέον υπάρχει μια ισχυρή ελληνική παροικία στο Άμστερνταμ ειδικά και την Ολλανδία γενικά.
…μήπως κ παγκοσμίως, γενικότερα;

Νιάτα, νιάτα, νιάτα: λέτε να ναι Έλληνες που τους έλειψε η Χαλκιδική;..
Το δεύτερο είναι το άφθονο νεανικό κοινό που συναντά κανείς όχι μόνο στο πάρκο, αλλά γενικά στην πόλη: σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου ο κανόνας είναι πλέον να συναπαντιέσαι κυρίως με μεσήλικες κ ηλικιωμένους, στην Ολλανδία ο μ.ο. ηλικιακά είναι πολύ χαμηλότερος.
Στον καχύποπτο που θα σπεύσει να ανατρέξει στη Eurostat για τα επίσημα στατιστικά, μια προειδοποίηση: πολύ δικοί μας νέοι είναι προσμετρημένοι ως διαμένοντες στην πατρίδα μας, ενώ στο μεταξύ έχουν ήδη μετοικήσει στην αλλοδαπή. Ας μην ξεχνάμε πως αναφερόμαστε σε μια χώρα που εδώ κ 2 αιώνες δεν κατάφερε να μάθει πώς «ανανεώνονται» τα εκλογικά μητρώα («αυτόματα», θα ήταν η απάντηση εν έτει 2026, φυσικά), οπότε ας κρατάμε μικρό καλάθι για περαιτέρω στατιστικές…

Το δεξί κτίριο είναι τα κεντρικά της booking: θα μπορούσαν να βρίσκονται στην ΑΘήνα κ αν όχι, γιατί;
Βλέπετε, η σύγκριση μεταξύ ολλανδικής κ ελληνικής κοινωνίας είναι αμείλικτη: από τη μια έχουμε μια ΕΜΠΡΟΣΘΟΒΑΡΗ κοινωνία, που δίνοντας έμφαση κ επενδύοντας στην έρευνα, την καινοτομία κ την τεχνολογία καταφέρνει όχι μόνο να συγκρατεί τη νεολαία της, αλλά να προσελκύει κ νεολαίες άλλων χωρών- όπως της ελληνικής- η οποία εις άγραν ενός καλύτερου αύριο μετοικεί στα πέρατα της γης, ακόμα κ κει όπου αργεί, ή δεν ξημερώνει ποτέ.
…ή, εν προκειμένω στο Άμστερνταμ, όπου δεν νυχτώνει ποτέ: μπορεί η πτήση από Θεσσαλονίκη προς αυτό να διαρκεί μόλις 3 ώρες, αλλά καραδοκεί ένα mini jet- lag- όχι λόγω της διαφοράς ώρας, βέβαια, άλλωστε μας χωρίζει μόλις ΜΙΑ ώρα- αλλά λόγω του ότι όσο πιο βόρρεια, τόσο αργεί να ξημερώσει το χειμώνα, αλλά και να νυχτώσει το καλοκαίρι.
Μεγάλη εντύπωση προκάλεσε στα παιδιά το φαινόμενο στις 11 το βράδυ να είναι σούρουπο, όπως θα ‘ταν σε μας π.χ. στις 8μμ, πράγμα που εκμεταλλεύτηκαν ευλόγως δεόντως προκειμένου να μείνουν ξύπνια ως τα μεσάνυχτα.
… που θα ‘ταν ενδεχομένως αποδεκτό ή και ευπρόσδεκτο, αν συνεπάγονταν εξίσου καθυστερημένη αφύπνιση κ έγερση: αμ δε! Οι ηλιαχτίδες που διαπέρασαν τις γρίλιες κ τις χαραμάδες των κουρτινών του δωματίου μας νωρίς το πρωί- στις 5μιση πμ!- ήταν ικανές να τα/ μας ξεσηκώσουν ώστε ν’ αδράξουμε τη μέρα (/ νύχτα;) μιαν ώρα αρχύτερα.

Όταν είσαι στο Άμστερνταμ, αποτέλει must μια ποδηλατάδα!
Εν πάσει περιπτώση, ο σκοπός της επίσκεψής μας σε μια ευρωπαϊκή πόλη επετεύχθη: πλησιάζοντας τη δεκαετία ζωής τους, ήθελα τα τέκνα μου να έχουν παραστάσεις από μια #κανονική_χώρα στην οποία επικρατεί ευνομία, όπου μπορείς να πας στη δουλειά σου με το ποδήλατό χωρίς να κινδυνεύεις από κακοτεχνίες στους δρόμους/ ασυνείδητους οδηγούς/ απρόβλεπτες καταστάσεις κ όπου οι τοίχοι είναι σκέτα ντουβάρια κ όχι κανβάς του κάθε άτεχνου πικραμένου που θέλει να διατρανώσει τον έρωτά του για τη Μαρία, το πάθος του για τον Άρη ή την απέχθειά του «για το σύστημα».
Γιατί η βάσανος στην οποία υποβάλουμε τα παιδιά μας, να μεγαλώνουν σε μια εντελώς αναξιοκρατική κοινωνία, όπου δεν μετρά το τί, αλλά το ποιόν γνωρίζεις, να ζουν σε μια επικράτεια με ερειπωμένη επαρχία κ άναρχα, βρώμικα αστικά κέντρα κ να γίνονται μέτοχοι μιας Παιδείας που δεν μεριμνά να βγάλει καλούς πολίτες, αλλά νωθρά, μαλθακά κακομαθημένα με άπειρα δικαιώματα κ μηδενικές υποχρεώσεις αφενός είναι εθνικά μη- βιώσιμο, αφετέρου είναι αμφίβολο αν ποτέ μας το συγχωρέσουν.
… λόγος για τον οποίο τα πήγαμε το συγκεκριμένο ταξίδι, γράφεται το παρόν άρθρο κ αγωνιζόμαστε για μια παραγωγικότερη, δικαιότερη, μια καλύτερη Ελλάδα: θέλετε να συνδράμετε στον αγώνα μας;

Δημήτρης, Δανάη, Πολυξένη κ Δήμητρα: δεν νομίζετε πως τους χρωστάμε μια καλύτερη Ελλάδα;