Προ έτους ένας σημαίνων, μεγαλόσχημος, βαρύγδουπος και ατύπως σχεδόν θεσμικός παράγων της χώρας απεφάνθη (με τη δέουσα κομπορρημοσύνη που τον διακρίνει) πως «η χώρα είναι μη- κυβερνήσιμη». Η χαιρέκακη (ως παρ’ ολίγον- συγκεκριμένα παρά έναν πεταμένο καφέ πάνω του- υποψήφιος πρωθυπουργός) αλλά και υπερφίαλα εγωπαθής («αφού δεν τα καταφέραμε εμείς- δηλαδή εγώ- τότε δεν μπορεί να τα καταφέρει ουδείς!») λογική του βρίσκεται σε απόλυτη αντιστοιχία μ’ εκείνη ενός έτερου, περισσότερο ανάλαφρου, αλλά εξίσου σοβαροφανή πολιτικού (συνυφασμένου με περιστροφές 360 μοιρών γύρω από τον άξονά του και συνώνυμου της απουσίας ενσυναίσθησης και αυτογνωσίας), ο οποίος προσφάτως διατύπωσε ουσιαστικά το ίδιο- με πιο ελαφρολαϊκό βέβαια τρόπο, όπως του συνάδει- μανιχαϊστικό δίλημμα: «ή εμείς, ή κανείς».
Αμφότεροι επιχειρούν ν’ αναβαπτίσουν εαυτούς στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ, απεμπολώντας τις (αρκετές) προσωπικές τους ευθύνες: ο πρώτος για την έλευση της Κρίσης, ως διατελέσας πρωτοκλασάτος υπουργός επί σειρά ετών και κυβερνήσεων (και δη «εκσυγχρονιστικών»), ο δεύτερος για την παράτασή της κατά μια τετραετία- εκείνη της θητείας του ως πρωθυπουργού- εξαιτίας των ιδεοληψιών και της (καθ’ ομολογίαν του) ογκώδους άγνοιας και αυταπάτης του οποίου η χώρα χρεώθηκε ένα τρίτο, αχρείαστο μνημόνιο ύψους 86 δις ευρώ.

Μινώταυρος ή μονόκερος;
ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Για το ό,τι η χώρα έχει καταστεί «μη- κυβερνήσιμη» (κατ’ άλλους, πιο μετριοπαθείς απλά «μη- μεταρρυθμίσιμη»), αλλά και για το γεγονός ότι ένα υπερπροβεβλημενός εσχάτως αποφυλακισθείς (επίσης καθ’ ομολογίαν) οπαδός ιστορικά καταδικασμένων, αυταρχικών καθεστώτων βρίσκεται επί θύραις του Κοινοβουλίου οψέποτε προκηρυχθούν εκλογές, ευθύνονται πρωτίστως η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και στο Πολίτευμα, που έχει «καλλιεργηθεί» από τους ίδιους τους (υποτιθέμενους) θεματοφύλακές του. Από τα έργα και τις ημέρες του φθαρμένου πολιτικού συστήματος- εξέχοντα μέλη του οποίου αποτελούν οι δυο προαναφερθέντες- το οποίο διακομματικά και κατ’ εξακολούθηση έχει αποδείξει ότι μεριμνά και νοιάζεται πρωτίστως για την εξουσία και τα προνόμια που εκπηγάζουν εξ αυτής, καθώς και για την καλοπέραση και μακροημέρευση φίλιων συντεχνιών και της διακομματικής νομενκλατούρας που πλαισιώνει την εκάστοτε εξουσία: υπεράριθμοι μετακλητοί και εργαζόμενοι στη Βουλή και στην Προεδρία της Δημοκρατίας (οριζόντιες αυξήσεις), άπειροι, ποικιλώνυμοι «σύμβουλοι» (κατ’ ουσίαν κονφερασιέ- δημοσιοσχετίστες που μόνο για το Α’ εξάμηνο του ’26 εισέπραξαν από το Κράτος μισό δις ευρώ), «γενικών καθηκόντων»(- άνευ αντικειμένου) ανεπάγγελτοι παραγοντίσκοι «του κόμματος» (βλ. ΟΠΕΚΕΠΕ), που συντηρούνται απομυζώντας δημόσιους πόρους υπέρ της παρασιτικής αυτοαναπαραγωγής τους.
Αυτό το ζοφερό σκηνικό γεννά μια αναντιστοιχία μεταξύ κοινωνικής ζήτησης για πρόοδο και προκοπή από τη μια και ενός πολιτικού προσωπικού που αρκείται στη διαδικαστική εναλλαγή ρόλων και τη διεκπεραιωτική διαχείριση της συνολικής διολίσθηση της χώρας στη θέση του ουραγού σε όλο και περισσότερες διεθνείς κατατάξεις (βλ. αγοραστική δύναμη κ διαγωνισμό P.I.S.A., μεταξύ πολλών άλλων).

Pretty much…
ΟΞΥΜΩΡΑ
Απέναντι σε μια υπεροπτική, αλαζονική και αναποτελεσματική κυβέρνηση η χώρα διαθέτει σήμερα μια αντιπολίτευση που ελλείψει δικής της εναλλακτικής αντιπρότασης, εμφορείται από εχθροπάθεια και μισαλλοδοξία. Αυτό δημιουργεί το οξύμωρο από τη μια η ελληνική κοινωνία να έχει ξεπεράσει τις διαιρετικές τομές του παρελθόντος και ν’ αναζητεί χρυσές τομές συναίνεσης, δηλαδή έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή συμφωνίας που θα της επιτρέψει να κάνει μισό βήμα μπροστά, από την άλλη σύσσωμο το πολιτικό προσωπικό να έχει γαντζωθεί εμμονικά σε παλαιοκομματικές νοοτροπίες και ένα κακοφορμισμένο πελατειακό κράτος που εδώ και δεκαετίες μας κρατά δεσμώτες του κακού μας χτες.
Ένα δεύτερο οξύμωρο είναι το γεγονός ότι ενώ στις μέρες μας κερδίζει διαρκώς έδαφος η αντίληψη ότι για την κακοδαιμονία μας ευθύνεται η κρατικοδίαιτη οικονομία, η γραφειοκρατική υπερρύθμιση και οι παραλλαγές όλων των πιθανών (και απίθανων) μορφών υπερτροφικού κρατισμού που έχουν δοκιμαστεί στη χώρα εδώ και μισό αιώνα, εντούτοις για όλα μας (πρακτικά) τα δεινά κατηγορείται το μοναδικό οικονομικό σύστημα που δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ: ο φιλελευθερισμός!

Ζητείται φάρος ορθολογισμού!
ΕΠΑΝΑ (-ΣΥ-) ΣΤΑΣΗ!
Επαφίεται λοιπόν στις υγιείς δυνάμεις της κοινωνίας, τους παραγωγούς του πλούτου της, τους έμπορους, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους επιχειρηματίες και τους ιδιωτικούς υπαλλήλους να κάνουν ένα γενναίο, επιθετικό rebranding- κανονικό, όχι σαν αυτό που επιχειρήθηκε εσχάτως από τον ανεπίδεκτο επανασύστασης (το “rebranding” ελληνιστί) δεύτερο «ήρωα» της εισαγωγής μας- στο φιλελευθερισμό.
Ένα rebranding που θα απαλεiψει την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη περί ενός κοινωνικά ανάλγητου Μινώταυρου, επανασυστήνοντάς τον σαν αυτό που πραγματικά είναι: ο καλοκάγαθος, αθώος μονόκερος του φιλελευθερισμού, το πολιτικο- οικονομικό σύστημα που πρεσβεύει την αξιοκρατία και τη διαμόρφωση ενός ευνομούμενου πλαισίου αυτενέργειας και ατομικής πρωτοβουλίας, παρέχοντας ίσες ευκαιρίες ανέλιξης, ευμάρειας και δημιουργίας νέου, όχι κληρονομημένου πλούτου σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας, καταγωγής και γνωριμιών, με μόνο κριτήριο τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις ικανότητες καθενός εξ αυτών.
Του συστήματος που πιστεύει πως η πολυπόθητη μείωση των τιμών μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από τον υγιή ανταγωνισμό, την ελεύθερη οικονομία και τις ανοικτές αγορές.
Που προσμένει την ανάπτυξη από την άρση τεχνητών εμποδίων και την πάταξη στρεβλώσεων και «χρόνιων παθογενειών», όπως είναι η γραφειοκρατία, την οποία η κυβέρνηση επαίρεται ότι την αντιμετώπισε, ενώ στην πραγματικότητα απλά την ψηφιοποίησε προκειμένου να θησαυρίζουν οι («ημέτεροί» της) ιδιώτες «πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικής τιμολόγησης».
Και που αντιλαμβάνεται τους “φιλικούς διακανονισμούς” μεταξύ κυβέρνησης και εμπόρων, τα «πλαφόν στις τιμές και τα κέρδη» και τα οριζόντια επιδόματα όχι σαν φιλολαϊκές πολιτικές, αλλά σαν αυτό που πραγματικά είναι: επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και ψηφοθηρικά τεχνάσματα.

(Επανα-) συστήνοντας το μονόκερο του Φιελευθερισμού: στιγμιότυπο από την εκδήλωση στη μνήμη Στ. Μάνου
ΔΟΥΡΕΙΟΣ… ΜΟΝΟΚΕΡΟΣ
«Μα είμαστε λίγοι», σα ν’ αχνακούγεται ο ψίθυρος του «ρεαλιστή», στην πραγματικότητα του απαισιόδοξου: ανέκαθεν η πρόοδος ήταν υπόθεση των λίγων και προέρχονταν από πεφωτισμένες μειοψηφίες. Άλλωστε «…με τις εξαιρέσεις προχωρά ο κόσμος», όπως λέει και ο «ποιητής».
Εκεί έξω υπάρχουν πολλές φωτεινές εξαιρέσεις, πολλοί κατέχοντες στερεοσκοπική, ή έστω μονόφθαλμη όραση που τους καθιστά ικανούς να διακρίνουν το άσπρο από το μαύρο, την αλήθεια από την προπαγάνδα και το σωστό από το λάθος.
Εάν καταφέρουν να συντονιστούν, ίσως πάψουν ν’ αποτελούν «εξαιρέσεις», συνδιαμορφώνοντας την κρίσιμη μάζα που θα μπορέσει να διεκδικήσει μια δικαιότερη κοινωνία, μια παραγωγικότερη χώρα, μια καλύτερη πατρίδα, μια άλλη Ελλάδα με «όχημά» τους κάτι που θα ζήλευε μέχρι και ο Νταλί:
το Δούρειο- έστω μονόφθαλμο- μονόκερο του Φιλελευθερισμού!
